Το ΠΡΩΤΟ σου χρέος εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το ΔΕΥΤΕΡΟ, να φωτίσεις την ορμή και να συνεχίσεις το έργο τους. Το ΤΡΙΤΟ σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο σου τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. Νίκος Καζαντζάκης «ΑΣΚΗΤΙΚΗ».

ΑΛΛΑΞΤΕ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΦΘΑΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΥΕΤΗ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΠΛΟΥΤΙΣΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΕΙΤΕ ΑΥΤΟΙ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΝΟΜΑΡΧΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΑΡΧΕΣ ΔΗΜΑΡΧΟΙ Η ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ.
ΤΕΡΜΑ ΣΤΑ ΤΕΡΠΙΤΙΑ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΝ ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΑΖΟΝΙΚΟΙ ΚΕΝΟΔΟΞΟΙ ΚΑΙΣΑΡΙΣΚΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ ΠΡΟΟΔΟ ΕΝΩ ΤΟΣΕΣ ΤΕΤΡΑΕΤΙΕΣ ΕΦΕΡΑΝ ΚΥΡΙΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΤΟΥΣ.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Η εικόνα ίσως περιέχει: 4 άτομα, υπαίθριες δραστηριότητες
Η φιλοξενία είναι ένας από τους σημαντικότερους θεσμούς που περιγράφεται στα ομηρικά έπη. Σημαντικά πρόσωπα ή άνθρωποι με σημαντικά αξιώματα οικοδομούν δεσμούς μεταξύ τους μέσω των σχέσεων που δημιούργησαν σε περιπτώσεις φιλοξενίας τους ο ένας στον «οίκο» του άλλου. Ο θεσμός αυτός αποτελούσε, μάλλον, αδήριτη ανάγκη για μια κοινωνία, όπως η ομηρική, όπου οι «αριστοκράτες» της ταξίδευαν για διάφορους λόγους, μέχρι και για να ζητήσουν πληροφορίες. Θα έπρεπε, λογικά, να εξασφαλίζουν την ειρηνική και απρόσκοπτη διαμονή τους στα μέρη όπου πήγαιναν. Για αυτό, άλλωστε, ο θεσμός προστατευόταν από τον Ξένιο Δία και αποτελούσε δείγμα υψηλού πολιτισμού, αν μάλιστα αναλογιστούμε τις δύο ακραίες περιπτώσεις που περιγράφονται στην Οδύσσεια, του αφιλόξενου Κύκλωπα και των υπερβολικά φιλόξενων Φαιάκων.
Το «τυπικό» της ομηρικής φιλοξενίας περιλάμβανε, όπως είναι γνωστό, μια συγκεκριμένη συμπεριφορά από μέρους του «ξενιστή», αυτού που παρείχε τη φιλοξενία δηλαδή, προς τον φιλοξενούμενό του. Προηγούνταν η υποδοχή του ξένου στο καλύτερο δωμάτιο της οικίας, η προσφορά «θρόνου» για να καθίσει, λουτρό, φαγητό και ποτό, συνοδευόμενα κάποτε και από γιορτή, όπως στην περίπτωση της φιλοξενίας του Οδυσσέα από τους Φαίακες. Στο τέλος γίνονταν οι ερωτήσεις για το ποιος είναι ο «ξένος» και τι ζητάει. Ακολουθούσε η ικανοποίηση των αιτημάτων του, στο μέτρο του δυνατού, βέβαια, καθώς και η παροχή διαμονής. Η όλη διαδικασία σφραγιζόταν με την ανταλλαγή δώρων
Ο θεσμός της φιλοξενίας στην αρχαία Ελλάδα, ήταν ιερός και προστατεύονταν από τον Ξένιο Δία. Υπήρχε μάλιστα και συγκεκριμένο τυπικό, κατά την υποδοχή, διαμονή και αναχώρηση του φιλοξενούμενου, ενώ υπήρχε και η «δημοσία ξενία», όπου την φιλοξενία αναλάμβανε η πόλη, παρέχοντας στους ξένους διαμονή και τροφή στους «ξενώνες»
Ως ξένος, στην κλασική αρχαία Ελλάδα, κατά κανόνα εννοούνταν, όχι ο αλλοδαπός κι αλλόφυλος,
αλλά ο Έλληνας που κατοικούσε σε άλλη πόλη.
Οι αλλόφυλοι, προσδιορίζονταν με τον όρο «βάρβαροι».
Αλλά κι όταν ακόμη προσδιορίζονταν ως ξένοι, ο όρος λάμβανε και πάλι την αρνητική σημασία του βάρβαρου, του εχθρού
(π.χ. οι Σπαρτιάτες «ξείνους γὰρ ἐκάλεον τοὺς βαρβάρους» [Ηρόδοτος, «Ιστορίαι - Καλλιόπη», 11])
και είναι επίσης γνωστό τι γνώμη είχαν οι αρχαίοι Έλληνες,
για όσους δεν ανήκαν στη φυλή τους:
«Πας μη Έλλην, βάρβαρος».
Όπως δε αναφέρει κι ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός,
Πολύβιος («Ιστορίαι», Θ'),
οι Έλληνες πολεμούσαν «διαγωνιζόμενοι πρὸς τοὺς βαρβάρους ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἀσφαλείας».
Είναι επίσης χαρακτηριστικό, ότι οι αλλοεθνείς
αποκλείονταν κι απ' τους Ολυμπιακούς Αγώνες
«οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων» [Ηρόδοτος, «Ιστορίαι - Τερψιχόρη», 22],
όπου δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνον
όσοι αποδείκνυαν ότι ήταν Έλληνες.
Η φιλοξενία λοιπόν, αφορούσε Έλληνες, ενώ δεν ήταν χωρίς όρους, περιορισμούς και υποχρεώσεις.
Σην Σπάρτη μάλιστα, υπήρχε και νόμος περί «ξενηλασίας» (Ξενοφώντος «Λακεδαιμονίων Πολιτεία»), ενώ ο Ηρόδοτος («Ιστορίαι - Κλειώ», 65), αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες ήταν «ξείνοισι ἀπρόσμικτοι».
Η φιλοξενία δεν διαρκούσε επ' αόριστον και για οποιονδήποτε. Αφορούσε μόνο τους περαστικούς, τους ταξιδιώτες, τους αγγελιαφόρους, τους εμπόρους και γενικότερα τους προσωρινούς επισκέπτες.
Οι Έλληνες που επιθυμούσαν να μετεγκατασταθούν μόνιμα ή επ' αόριστον σε άλλη ελληνική πόλη-κράτος, δεν θεωρούνταν πλέον φιλοξενούμενοι, αλλά «μέτοικοι» -μέτοικοι θεωρούνταν επίσης και οι απελεύθεροι δούλοι.
Στη Σπάρτη, ονομάζονταν «περίοικοι», καθώς δεν κατοικούσαν μέσα στην πόλη, αλλά σε πέριξ οικισμούς. Στην αρχαία Αθήνα, ο κάθε μέτοικος, ήταν υποχρεωμένος να επιλέγει έναν «προστάτη», δηλαδή κάποιον γηγενή εγγυητή, σε αντίθετη δε περίπτωση κινδύνευε να μηνυθεί, αντιμετωπίζοντας την δικαιοσύνη.
Σε απόσπασμα του Θουκυδίδη (Περικλέους Επιτάφιος), ο Περικλής αναφέρει ότι οι Αθηναίοι διατηρούσαν την πόλη τους ανοικτή σε όλους, δεν έδιωχναν τους ξένους και δεν τους εμπόδιζαν να γνωρίσουν τον πολιτισμό της Αθήνας. Mε τον όρο «ξένοι», ο Περικλής εννοεί τους υπόλοιπους Έλληνες, πλην των Αθηναίων και όχι τους αλλοεθνείς.
Oι μέτοικοι στην Αρχαία Αθήνα ήταν Έλληνες από άλλες πόλεις και όχι αλλοεθνείς (βάρβαροι, κατά την αρχαία ελληνική ορολογία)
Ως μέτοικοι, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν ειδικό φόρο, το «μετοίκιον». Όσοι δε, δεν πλήρωναν το μετοίκιον, οδηγούνταν προσωρινά στη φυλακή κι αν δεν έβρισκαν χρήματα να πληρώσουν, απελαύνονταν.
Οι μέτοικοι, παρ' ότι είχαν αρκετά δικαιώματα, εν τούτοις δεν επιτρέπονταν να κατέχουν θέσεις εξουσίας και να συμμετέχουν στις συνελεύσεις και τις αποφάσεις του δήμου.
2 σχόλια
2 κοινοποιήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου